Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Άκρως επικίνδυνο γι ανέκδοτο


Inews24.gr__ 01

by Sotos

Ως ανέκδοτο, και μόνο, μπορώ να εκλάβω το συμπέρασμα ότι τα κλεμμένα επιστρέφονται, όταν συμβαίνει απλώς μια δράκα μικρομιζαδόρων που έτρωγαν από το πλάι στο μεγάλο φαγοπότι να χρησιμοποιούνται ή και να συμπράττουν στη συμπαιγνία που φέρει τον τίτλο «ρίξτε στάχτη στα μάτια του κόσμου».

Δυο ολόκληρες γενιές αναθρεμμένες με την είδηση για τα άφαντα έως σήμερα κλοπιμαία από τη μεγάλη ληστεία του τραίνου στη Βρετανία, τριακόσια και πλέον χρόνια καταδίκης στις βρετανικές φυλακές που όμως στάθηκαν ανίκανα για να κελαϊδήσουν οι συλληφθέντες, κι έξι πλατινένιοι δίσκοι για το τραγούδι με το οποίο στην ομώνυμη ταινία* ο Τζων Λένον έκανε με την ευκαιρία ρόμπα τη Σκότλαντ Γιάρντ, αρκούν νομίζω για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να υπάρχει πια άνθρωπος επί γης τόσο εύπιστος, που να μην αντιλαμβάνεται ότι ούτε καν ένας τελείως τρελλός δεν αποδίδει πίσω τα κλοπιμαία που απεκόμισε, αφού με αυτά μπορεί να εξασφαλίσει τα παιδιά του και τα εγγόνια του, μη έχοντας πλέον άλλο λόγο ύπαρξης.

Όποιος τα παντελονιάζει, τα παντελονιάζει οριστικά. Τελεία. Δεν τα δίνει πίσω ούτε για να σώσει το τομάρι του, πόσο μάλλον για να μπαλώσει το όνομά του. Ούτως ειπείν, θυσιάζεται για την οικογένειά του. Η δε τρίτη ηλικία στην οποία βρίσκονται οι διάφοροι εσχάτως… μεταμελημένοι είναι μάλλον πολύ όψιμη, για να γίνει πιστευτό ότι ένας κλέφτης αποφάσισε ξαφνικά να μεριμνήσει για την αποκατάσταση του τρωθέντος ήθους του, με το νου του προσηλωμένο στην υστεροφημία, αφήνοντας πίσω του για διαθήκη-δώρον άδωρον ένα ψευτοξεσκονισμένο όνομα όλο κι όλο για τους κατιόντες.

Ας εξετάσουμε με την ευκαιρία το ίδιο θέμα τώρα από την ανάστροφη οπτική γωνία: Το να λέμε ότι ο κλέφτης μπορεί και να επιστρέψει τα κλεμμένα, είναι περίπου σαν να λέμε ότι ο Λιάπης κυκλοφορούσε μεν σαν ένας ατζαμής ποινικός δραπέτης, αλλά τούτο μόνον όταν είχε πια βγει στη σύνταξη, ενώ όσω ήταν υπουργός μπορεί και να μην του πέρασε ποτέ από το μυαλό να παίξει προς ίδιον όφελος με τις χαραμάδες του συστήματος και την προστασία που αυτό του παρείχε με τα δικά του φυμέ τζάμια κ.τ.λ. Όχι! Προς Θεού! Μετά χάλασε ο Λιάπης, πολύ μετά… Αστεία πράγματα, νομίζω. Όπως αστείο είναι και το ότι κατ’ αναλογία μετά έφτιαξαν οι άλλοι.

Μπορώ να αποδείξω τον ισχυρισμό μου με απτά στοιχεία για τον Λιάπη; Ή για τον καθένα τους από τους… μεταμεληθέντες, έναν προς έναν; Ίσως όχι. Αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται.

Όσο, λοιπόν, μου φαίνεται άκρως απίθανο να διεφθάρη ο Λιάπης στας δυσμάς του βίου του, άλλο τόσο απίθανο μου φαίνεται και το αντίστροφο, δηλαδή το να υπέστη στας δυσμάς του βίου του ο μιζαδόρος αιφνίδια αναλαμπή, κι εσωτερική έκρηξη ηθικής ακεραιότητας. Πιο λογικό μου ακούγεται να θυσιάζει ο κλέφτης κάποια ψίχουλα, λογαριάζοντας πρώτα κατά πόσον έτσι θα μπορέσει να επιτύχει και τα δύο, δηλαδή και να εξασφαλίσει τα παιδιά του και να τη βγάλη καθαρή. Οπότε, ναι, σε μια τέτοια περίπτωση τα ψιλά τα χαλαλίζει. Ενώ φυλάει φυσικά καλά κρυμμένη τη λεία του, δεδομένου ότι όσο θα υπάρχουν λεφτά, άλλο τόσο θα υπάρχουν και κρυψώνες.

Ούτε αυτό μπορώ να το αποδείξω. Αλλά πάλι δεν νομίζω ότι χρειάζεται.

Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι το καινούργιο μας δίδαξε η υπόθεση Τσοχατζόπουλου, μέχρις εκεί όπου έφθασε, αυτό είναι ότι συστηθήκαμε όλοι μας με ποσά ιλιγγιωδώς πιο δυσθεώρητα ακόμα και από την πιο αχαλίνωτη φαντασία μας. Και αφού συστηθήκαμε, στη συνέχεια εξοικειωθήκαμε. Από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του μόνος του για τα ποσά που επιστρέφονται. Και κυρίως συνυπολογίζοντας τις σχετικές υπόνοιες, προσδοκίες, καθώς και το κοινωνικό κλίμα μες το οποίο αθροίζονται όλα τούτα. Μετά, ας κρίνει με την ευκαιρία και τη σχετική αφίσσα της Νέας Δημοκρατίας που κυκλοφόρησε (βλ. εικόνα). Και ας δει μετά αν γελάει πικρά ή όχι με το συνολικό ανέκδοτο.

Δυστυχώς για τους νεοδημοκράτες βουλευτές, δεν τους είδα να συνοφρυώνουν ως όφειλαν στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας, όταν άκουγαν τον ίδιο τον αρχηγό να τους παρουσιάζει το μεγάλο αυτό ανέκδοτο της επιστροφής των κλεμμένων ως πολιτικό επίτευγμα, για να τους τονώσει, λέει, το ηθικό. Γιατί, παρακαλώ, δεν απόρησαν οι γαλάζιοι πατέρες του έθνους; Είναι τόσο εύπιστοι και πιστεύουν ότι όντως επιστρέφονται τα κλεμμένα; Μοναδικοί αυτοί αρνητές της φιλυποψίας, και μεγάλη εξαίρεση της Οικουμένης; Ή μήπως πιστεύουν ότι, σαν κληθούν να το υπερασπισθούν το μεγάλο ανέκδοτο δημόσια, θα γίνουν πειστικοί με ένα «τουλάχιστον, κάτι είναι και αυτά…»;

Τους επισημαίνω ότι, καθώς υποθέτουν πως ίσως θα καταφέρουν με τέτοια φτηνά καμώματα να αμβλύνουν τις εντυπώσεις, στο μεταξύ τους εγκαταλείπουν οι ψηφοφόροι τους, μεταξύ άλλων και επειδή θεωρούν αισχρότερη συστημικότητα κάθε επιχείρηση κάθαρσης όταν αυτή κραυγάζει ότι συγκαλύπτει. Ειδικά δε όταν επιτρέπει κιόλας το συμπέρασμα ότι με κάθε ευκαιρία το πολιτικό προσωπικό έχει την προσοχή του στραμμένη αποκλειστικά στο να αυτοπροστατεύεται. Και πράγματι ένα τέτοιο συμπέρασμα αδειοδοτείται πλήρως, όταν τάχα το παραταξιακό ηθικό τονώνεται, στη βάση όμως ότι μια σταγόνα μέλι που θα επιστραφεί αρκεί, για να βγάλει λάδι το χέρι που χώνεται στο βάζο του δημόσιου κορβανά.

Τους επισημαίνω επίσης ότι η πλειοψηφία νομοθετεί μεν, αλλά η κυβέρνηση μόνο χρεώνεται τα αρνητικά της Δικαιοσύνης, χωρίς ωστόσο να δικαιούται να υψώνει για σημαία της διακυβέρνησης τα θετικά της, επιχειρώντας να τα σφετερισθεί. Το εκλογικό σώμα δεν είναι στραβό. Το βλέπει ότι η κυβένρηση το κάνει αυτό, και οι κυβερνητικοί βουλευτές πολύ σύντομα θα διαπιστώσουν έξω από το παραβάν ότι το εκλογικό σώμα το βλέπει.

Όπως το εκλογικό σώμα βλέπει και το πού λέει η αφίσσα ότι θα διατεθούν τα κονδύλια. Αλλά αυτό προσώρας ας το αφήσω ασχολίαστο. Μου αρκεί που διώχνει ψηφοφόρους. Διότι με χαροποιεί αυτή η φυγή ψηφοφόρων που τη διαπιστώνω προϊούσα, για να μην πω καλπάζουσα.

Με θορυβεί όμως που με τούτα και μ’ εκείνα η ίδια η Νέα Δημοκρατία στέλνει φτυαριές τους ψηφοφόρους της κατ’ ευθείαν προς τη μεγάλη απειλή της Χρυσής Αυγής. Και με δεδομένο το ρυθμό φθοράς του κυβερνώντος κόμματος στο δρόμο για τις εκλογές, τούτο πια πραγματικά παύει να είναι ανέκδοτο. Δείχνει ασυγκράτητο πανικό σε ανώτατο επίπεδο, υπό το κράτος του οποίου πανικού κάτι τέτοιες αφίσσες και άλλα πολλά καταλήγουν να είναι κινήσεις πάρα, μα πάρα πολύ επικίνδυνες. Ακόμα πιο επικίνδυνες σαν παιγνίδι με τη φωτιά, με την αβίαστη σκέψη ότι μπροστά στην κάλπη οι ψηφοφόροι δεν θα… τολμήσουν, όταν μάλιστα απουσιάζουν όλες οι άλλες προϋποθέσεις της καθημερινότητας που θα λειτουργούσαν ανασταλτικά. Κι ακόμα πολύ πιο επικίνδυνη κίνηση είναι, αν τέτοιες ακριβώς συνέπειες δεν προκύπτουν ως επιπόλαιο παρεπόμενο, αλλά αντιθέτως επιδιώκονται με το σκεπτικό ν’ απαξιωθεί το αποτελέσμα της κάλπης, για να γενικευθεί ο φόβος την επαύριον.

* “Great Train Robbery, how’s that going”, από την ταινία Help!

μεσω