Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Η Ελλάδα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Παραδοσιακά, το «θα ήταν καλό να απευθυνθείς στο ΔΝT» δεν ήταν κάτι που θα έλεγες σε συμπαθείς γείτονες και στενούς συμμάχους. Τις τελευταίες δεκαετίες, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συνδέθηκε με την υπερβολικά σκληρή δημοσιονομική λιτότητα, την ακραία έλλειψη πολιτικής ευαισθησίας και -από την περίοδο της ασιατικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 1997-1998- με ένα έντονο στίγμα. Χώρες δανείζονταν από το ΔΝΤ μόνο υπό μεγάλη πίεση, όταν κάθε άλλη λύση είχε αποτύχει- και όταν πολύ απλά δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος να πληρώσουν για αναγκαίες εισαγωγές.

(Για την Ισλανδία για παράδειγμα, που κατέρρευσε το 2008, η μόνη εναλλακτική στη χρηματοδότηση του ΔΝΤ ήταν η σίτιση των κατοίκων της με τοπικά μόνο προϊόντα, δηλαδή κατά κύριο λόγο ψάρια).

Το ΔΝΤ, ωστόσο, έχει αλλάξει αρκετά τα τελευταία χρόνια, κυρίως υπό τη διακυβέρνηση του Ντομινίκ Στρος Καν, του σημερινού του γενικού διευθυντή. Ο Στρος Καν, πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και διεκδικητής του τίτλου του υποψηφίου των Σοσιαλιστών για τη γαλλική προεδρία, έχει προωθήσει αλλαγές, που επιτρέπουν στο ΔΝΤ να δανείζει χωρίς όρους σε ορισμένες περιπτώσεις και να δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στον να προστατεύεται το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας (στο οποίο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα επιδόματα ανεργίας και το σύστημα ιατροφαρμακευτικής κάλυψης). Έχει επίσης απομακρύνει αισθητά το ΔΝΤ από την εμμονή του με τα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας (ένα από τα μεγάλα λάθη των πρώτων χρόνων ζωής του, με τραυματικές συνέπειες στην Ινδονησία και την Κορέα στα τέλη του 1997).

Η Ελλάδα αδιαμφισβήτητα αντιμετωπίζει σήμερα ένα σοβαρό πρόβλημα. Οι μεγάλες ευκαιρίες που προσφέρονται από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχουν σε μεγάλο βαθμό χαραμιστεί. Και τα χαμηλότερα επιτόκια της τελευταίας δεκαετίας- τα οποία, έφτασαν σε γερμανικά επίπεδα και για την Ελλάδα από τη στιγμή που επετράπη, μάλλον γενναιόδωρα, η ένταξή της στην ευρωζώνη- οδήγησαν σε αυξημένα ελλείμματα και διόγκωση του χρέους της χώρας.

Η Γερμανία και η Γαλλία- ως de facto ηγέτιδες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης - επεξεργάζονται ένα σχέδιο στήριξης αλλά έχουν ξεκαθαρίσει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να περικόψει τους μισθούς στο δημόσιο τομέα και άλλες δαπάνες. Τα εργατικά σωματεία της χώρας γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό και έχουν κατέβει στους δρόμους.

Εάν η Ελλάδα είχε ακόμη το νόμισμά της, τα πάντα θα ήταν πιο εύκολα. Όπως και στην περίπτωση της Βρετανίας από το 2008 και μετά, θα είχαμε μία ραγδαία υποτίμηση της ισοτιμίας του ελληνικού νομίσματος. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί το εργατικό κόστος, αποκαθιστώντας έτσι την ανταγωνιστικότητα (όπως και στην Ασία μετά την περίοδο 1997-98), αυξάνοντας παράλληλα τις τιμές των στοιχείων ενεργητικού και διευκολύνοντας έτσι τους δανειολήπτες των οποίων τα χρέη ξεπερνούν την αξία του υποθηκευμένου ακινήτου τους.

Αλλά η Ελλάδα, όπως και οι άλλες ασθενείς οικονομίες της Ευρωζώνης, που είναι γνωστές στους επικριτές τους με το ακρωνύμιο PIIGS (Portugal, Ireland, Italy, Greece, Spain) έχουν παραδώσει το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη Φραγκφούρτη, και επομένως δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο με τα νομίσματά τους. Έτσι λοιπόν η Ελλάδα- και γενικότερα οι PIIGS - καλούνται να περιστείλουν τη ζήτηση, να περικόψουν τους μισθούς και να μειώσουν το ανθρώπινο δυναμικό του δημόσιου τομέα. Η τελευταία φορά, που είδαμε τέτοιου είδους "βιαστική" δημοσιονομική λιτότητα, ήταν όταν οι χώρες ακόμη ήταν συνδεδεμένες στον Κανόνα του Χρυσού, και είχε οδηγήσει σε παράταση της Μεγάλης Ύφεσης κατά τη δεκαετία του '30.

Αυτή είναι μία κατάσταση κομμένη και ραμμένα στα μέτρα του "νέου ΔΝΤ" υπό τον Στρος Καν. Από τις αρχές του 2009 το Ταμείο έχει αισθητά περισσότερους πόρους για τη χρηματοδότηση χωρών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα, για να απαλύνει τις επιπτώσεις της κρίσης και να προσφέρει ενός είδους ρελέ ασφαλείας διεθνούς διάστασης. Η ιδέα δεν είναι να αποτρέψει τις αναγκαίες κινήσεις προσαρμογής- για παράδειγμα στη μορφή της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος - αλλά να τις ξεδιπλώσει στο πέρασμα του χρόνου, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να λειτουργήσει ως εγγύηση της αξιοπιστίας της κυβέρνησης.

Tο ΔΝΤ δημιουργήθηκε προς τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ως μία σύμπραξη των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης. Η Ευρώπη διατηρεί ισχυρή εκπροσώπηση στο Ταμείο και ανέκαθεν επέλεγε τον επικεφαλής του. Μάλιστα οι περισσότερες αναδυόμενες αγορές (στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική) διαμαρτύρονται για υπερ-εκπροσώπηση της Ευρώπης και υπέρμετρη παρέμβαση στον τρόπο λειτουργίας του. Παρόλα αυτά σε αυτή τη στιγμή της ευρωπαϊκής κρίσης, αν και υπάρχει ακόμη χρόνος για δράση, το Ταμείο παραμένει στο περιθώριο.

Αυτό συμβαίνει, εν μέρει, επειδή η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, θέλει αυτόν τον καιρό να διασφαλίσει ότι ο επόμενος επικεφαλής της ΕΚΤ θα είναι Γερμανός και επομένως δεν θέλει μεγαλύτερη εμπλοκή του ΔΝΤ στις υποθέσεις της ευρωζώνης. Το ΔΝΤ ευλόγως μπορεί να υποστηρίξει ότι οι πολιτικές της ΕΚΤ είναι υπερβολικά συσταλτικές- οδηγώντας σε ισχυρό ευρώ και πολύ χαμηλό πληθωρισμό- και επομένως δεν είναι πλέον κατάλληλες για κράτη- μέλη, που βρίσκονται στο χείλος της χρηματοοικονομικής κατάρρευσης. Εάν το ΔΝΤ ανελάμβανε να βοηθήσει τις ασθενέστερες οικονομίες της Ευρώπης θα έθετε υπό αμφισβήτηση την επικρατούσα ιδεολογία των αξιωματούχων στη Φραγκφούρτη.

Ο πραγματικός λόγος όμως είναι πολύ πιο απλός. Όταν ο Γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζί, προώθησε την υποψηφιότητα του Ντομινίκ Στρος Καν για τη θέση του γενικού διευθυντή του ΔΝΤ, ήθελε ουσιαστικά να οδηγήσει έναν παλιό και πιθανώς μελλοντικό αντίπαλο σε ένα μακρινό μέρος, για το οποίο ελάχιστο ενδιαφέρον υπήρχε. Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ο Στρος Καν βρέθηκε στην κεντρική σκηνή.

Καθώς η διεξαγωγή των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2012 πλησιάζει το τελευταίο πράγμα, που χρειάζεται ο Σαρκοζί είναι να δει τον Στρος Καν να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στη διάσωση της ευρωζώνης. Θα ακούσουμε πιθανότατα κάθε είδους παραπλανητική δικαιολογία από πηγές της Ε.Ε. για τον αποκλεισμό του ΔΝΤ: «Το Ταμείο είναι υπερβολικά αμερικανικό», «Η Ευρώπη πρέπει να λύσει μόνη τα προβλήματά της» και «το ΔΝΤ δεν είναι ο κατάλληλος οργανισμός για τέτοιες περιπτώσεις». Δεδομένης της έκτασης της ελληνικής κρίσης, όλες ακούγονται επιφανειακές. Κάποιες φορές η ιστορία κινείται από βαθύτερες δυνάμεις πέραν του ελέγχου μας και κάποιες φορές από απλή τύχη. Και άλλες φορές, όπως σήμερα, πολλά επηρεάζονται από τις σκόπιμες, προσωπικές επιδιώξεις βραχυπρόθεσμης τακτικής προσώπων, που έχουν μπροστά τους εκλογές.

Οι ηγέτες της Ε.Ε. θα προσπαθήσουν σκληρά να κρατήσουν το ΔΝΤ στο περιθώριο. Αυτό δεν είναι καλό νέο για την Ελλάδα ή για όποιον ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

ΣΑΪΜΟΝ ΤΖΟΝΣΟΝ*

* Ο Simon Johnson, πρώην κορυφαίος οικονομολόγος του ΔΝΤ, είναι καθηγητής στη σχολή Sloan School of Business του ΜΙΤ, μέλος του ινστιτούτου Peterson και συγγραφέας του υπό έκδοση βιβλίου «13 Bankers» (13 Τραπεζίτες).

Copyright: Project Syndicate, 2010.http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=1790898