Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Ανακάλυψαν γονίδιο υπεύθυνο για τον καρκίνο


Βρετανοί επιστήμονες, πραγματοποιώντας πειράματα σε καλλιέργειες ιστών, ανακάλυψαν ένα γονίδιο που βοηθάει τα καρκινικά κύτταρα να εξαπλωθούν στο σώμα.
Οι ερευνητές, από το Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλίας (UEA), εκτιμούν ότι το εύρημά τους ανοίγει τον δρόμο για την επινόηση νέας γενιάς αντικαρκινικών φαρμάκων, που θα μπορούσαν να είναι έτοιμα μέσα σε μία δεκαετία.
Το υπαίτιο γονίδιο, που ονομάστηκε WWP2, βρίσκεται μέσα στα καρκινικά κύτταρα. Το ίδιο επιτίθεται και διασπά μια πρωτεΐνη του σώματος, η οποία φυσιολογικά εμποδίζει την εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων.
Σε πειράματα στο εργαστήριο, η ομάδα του UEA διαπίστωσε ότι, δεσμεύοντας το WWP2, αυξάνονται τα επίπεδα της συγκεκριμένης πρωτεΐνης και τα καρκινικά κύτταρα παραμένουν σε λανθάνουσα (μη ενεργή) κατάσταση.
Όπως εξήγησε ο ερευνητής δρ Σάριντερ Σουντ, το νέο εύρημα αποτελεί μια καινοτόμο προσέγγιση στην αντιμετώπιση του καρκίνου και στην πρόληψη των μεταστάσεών του.
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής ερευνητής δρ Άντριου Τσάντρι, από τη Σχολή Βιολογικών Επιστημών του UEA, είπε ότι το ζητούμενο τώρα είναι να επινοηθεί ένα ισχυρό φάρμακο, το οποίο θα φθάνει έως το εσωτερικό των καρκινικών κυττάρων, για να εξουδετερώνει τη δράση του γονιδίου WWP2.
«Αυτό είναι ένα δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο εγχείρημα» πρόσθεσε ο δρ Τσάντρι, εξηγώντας πως θα μπορούσαν να υπάρξουν φάρμακα μέσα στην επόμενη δεκαετία που θα σταματούν την επιθετική εξάπλωση πολλών μορφών καρκίνου, όπως του μαστού, του εγκεφάλου, του παχέος εντέρου και του δέρματος.
Οι καρκινικοί όγκοι έχουν την ικανότητα να εξαπλώνονται, με διαφυγή κυττάρων από τον αρχικό (πρωτοπαθή) όγκο και τη μετακίνησή τους στο σώμα μέσω των λεμφαδένων ή του αίματος. Όταν φθάσουν στον τελικό προορισμό τους, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται, δημιουργώντας νέους (δευτεροπαθείς ή μεταστατικούς) όγκους, οι οποίοι αντιμετωπίζονται πολύ δύσκολα.
Ο καρκίνος του μαστού λ.χ., είναι γνωστό ότι εξαπλώνεται στους λεμφαδένες και δημιουργεί δευτεροπαθείς όγκους στα οστά και στους πνεύμονες.
 Η έρευνα δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Oncogene».