Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ…

Δεκέμβριος 2013 και όσο δύσκολο μπορεί να ακούγεται, πρέπει να πώ με μεγάλη πικρία ότι ακόμα δυστυχώς δέν έχουμε φτάσει ούτε καν στο 50% της πτώσης. Συν-αισθάνομαι σαν ένα γιατρό που έχει δεί σε ακτινογραφία πολλαπλούς υπερδιογκωμένους καρκινικούς όγκους σε παραπάνω από ένα ζωτικά όργανα και δεν ξέρει πώς να ανακοινώσει στον ασθενή τα πολύ δυσάρεστα αυτά νέα. Πώς να πεί κάποιος σε έναν συνάνθρωπο του ότι έχει 6 μήνες, 1 χρόνο ζωής, αλλά μπορεί ακόμα και αύριο να φύγει; Όχι φυσικά ότι εγώ είμαι κανένας γιατρός, ειδήμονας ή κανένας ξερόλας αλλά δέν μπορώ να κρύβομαι πλέον από την αλήθεια και την τραγικότητα της κατάστασης. Πώς το ανακοινώνει κανείς λοιπόν; Το λέει κατευθείαν; Το λέει εμμέσως; Παραπέμπει τον ασθενή σε άλλον γιατρό και υπεκφεύγει της κατάστασης; Ή δέν λέεί τίποτα και αφήνει τον άνθρωπο να ζήσει εν αγνοία της ασθενείας του
ευτυχισμένος για το βραχύβιο υπόλοιπο του;
Αυτό που κανένας γιατρός δεν υπολογίζει είναι ότι κανένας ασθενής δέν είναι βλάκας. Ο ασθενής σε εκείνη την περίπτωση εκ των πραγμάτων δεν εθελοτυφλεί. Και να ήθελε να εθελοτυφλήσει δεν μπορεί, διότι πρόκειται για θέμα που αφορά την ίδια του την ύπαρξη. Βλέπει, παρατηρεί, ενημερώνεται και ενστικτωδώς ψυλιάζεται την κατάσταση και από μόνος του. Και όσο περισσότερες εξετάσεις κάνει τόσο πιό πολύ θορυβείται και ο ίδιος. Στο 99% των περιπτώσεων ο ασθενής έχει καταλάβει το ότι κάτι πολύ σοβαρό παίζει. Μπορεί να μήν γνωρίζει τις λεπτομέριες αλλά έχει ερευνά και αυτοκριτικάρεται πιό αυτηρά από τον καθένα και αντλαμβάνεται πλέον πολύ καλά ότι πρόκειται για κάτι που καταλήγει σε θάνατο και ότι κάτα πάσα πιθανότητα έχει να κάνει με καρκίνο.Και έτσι το θέμα καταλήγει στο πόσο ακόμα χρόνο έχει;
Στο πόσο ακόμα όμως κανένας γιατρός δεν μπορεί να απαντήσει ακριβώς. Ο γιατρός γνωρίζει πολύ καλά τί έχει, κάνωντας τις ανάλογες εξετάσεις το πώς προήλθε, ποιά αίτια προκάλεσαν τον καρκίνο και πού τα μαθηματικά και η βιολογία λένε ότι θα καταλήξει. Το πότε ακριβώς όμως θα καταλήξει μόνο εμπειρικά και στατιστικά μπορούν να προσδιορίσουν. Μάντης του μέλλοντος κανείς δεν είναι εν όλίγης. Μόνο ο Θεός ξέρει το πότε και πάλι αν πιστεύεις σε Αυτόν, αν δέν πιστεύεις τότε σίγουρα κανένας.
Αλλά όλα αυτά δέν παίζουν πλέον ρόλο, ότι έγινε έγινε και πλέον δεν αλλάζει από εδώ και πέρα όμως τί; Άρα ουσιαστικά καταλήγει στο εξής ερώτημα, τι γιατρέ μπορούμε να κάνουμε (ρωτάνε οι συγγενείς) για να το παλέψουμε, να το αναβάλλουμε και αν είναι δυνατό να το ανατρέψουμε; Και εκεί οι γιατροί έχωντας τόσο άπταιστα αποστηθίσει και μάθει τις επιστημονικές και ιατρικές τους βιβλιογραφίες, απαντάνε παπαγαλίζωντας το περιεχόμενο αυτών σε συνδυασμό με τα τρέχοντα τεχνολογικά δεδομένα και προτείνουν ένα, δύο και τρέις πιθανούς κατασταλτικούς τρόπους αντιμετώπισης της καλπάζουσας ασθένειας με αμφιλεγόμενα όμως πάντα αποτελέσματα. Αλλά και πάλι οι προτάσεις τους συνδυάζονται στο τέλος με την ηλικία του ασθενή και άν αξίζει να μπεί κάποιος στον κόπο και στο κόστος της πολυδάπανης και ψυχοφθόρας αυτής διαδικασίας.
Επειδή εμείς όμως τυγχάνει να υπεραγαπάμε τον ασθενή λόγω συγγένειας, επειδή είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων γενικότερα και επειδή έχουμε και μία συνείδηση με την οποία πρέπει να ζήσουμε όλοι μας μπαίνουμε στην διαδικασία του να κάνουμε ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό ανεξαρτήτου αποτελέσματος, κόστους και εάν αξίζει ή όχι.
Η μάνα μου, η μητέρα μου είναι πολύτεκνη και εγώ είμαι 36 ετών και είμαι το προ-τελευταίο τέκνο της. Όταν αντιμετωπίζει κάποιος τέτοιες καταστάσεις διαπιστώνει τελικά με τον πιό δύσκολο τρόπο το τί τελικά αξίζει σε αυτή την ζωή και τί όχι. Τα λεφτά χάνουν όλη την αξία και το μόνο που μετράει πλέον είναι το υπερπολυτιμότερο δώρο σε αυτό το σύμπαν, η ζωή. Όλα τα πρότερα καθημερινά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζα και με έκαναν να χάσω τον ύπνο μου και με έριχναν υποτίθεται στην κατάθλιψη πρό της ασθένειας της μητέρας μου ξαφνικά φαντάζουν σαν ένα όνειρο που θα έδινα τα πάντα να επιστρέψω πίσω σε αυτό. Ο πρό έξι μηνών εφιάλτης μου φαντάζει πλεόν παράδεισος.
Έπρεπε ρε γαμώτο να γίνει αυτό για να διαπιστώσω το τί έχει αξία σε αυτή την ζωή τελικά; Έπρεπε να έχω φτάσει στο παρα πέντε της ζωής της μάνας μου για να βάλω μυαλό; Κλάιω ρε πούστη μου με λυγμούς πρίν καν πεθαίνει η μονάκριβή μου μητέρα όταν είμαι μόνος μου και εκεί που δέν με βλέπει κανένας. Θυμάμαι που μου έλεγε η μητέρα μου ότι η μάνα είναι μόνο μια και ότι η μάνα είναι ιερό πράγμα και εγώ δεν την έπερνα σοβαρά γιατί καλοπερνούσα μέσα στην καλοπεράση και ανωριμότητα των λαθών της εφηβείας μου. Ε τώρα διαπιστώνω πόσο μα πόσο δίκιο είχε.
Τί θα κάνω μάνα χωρίς εσένα; Πώς θα ζήσω εγώ αν έσύ δεν υπάρχεις; Θεέ και Παναγιά μου βάλε το χέρι σου!!! Χωρίς εσένα δέν μπορώ να ζώ και ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι μπορώ πλέον να κουνήσω άν δεν υπάρχεις εσύ στην ζωή μου.
Είμαστε όλοι αδέλφια και παιδιά της ίδιας μάνας. Και σε περίπτωση που δέ το καταλάβατε την μάνα μου την λένε Ελλάδα και αλοίμονο σε όλους μας στο σημείο που την έχουμε φτάσει. Φταίνε οι πολιτικοί λέμε, φταίνε τα λαμόγια, φταίνε τα κόμματα, φταίνε οι ψηφοφόροι, φταίνε, φταίνε, φταίνε…όλοι φταίμε…ο καθείς με τον τρόπο του και καθ’αναλογίαν μέσα στο μυαλό του ξέρει πάρα πολύ καλά που φτάιει και που δεν φταίει. Δέν με ενδιαφέρει αυτη την στιγμή όμως ποιός έφταιξε και ποιός δεν έφταιξε, αυτό που με καίει και με τσορουφλάει τώρα είναι το πώς θα σωθεί η Μάνα μου. Εώς ότου γίνει αυτό οφέιλουμε όλοι αναξαιρέτως να συμβάλουμε στην σωτηρία της Ελλάδας. Είναι ταυτόχρονα και η τελευταία ευκαιρία εξηλέωσης όλων των φταιχτών με το να συμβάλλουν στην σωτηρία έστω και σε αυτή την ύστατη στιγμή. Χωρίς Ελλάδα κανένας δεν μπορεί να υπάρξει. Ούτε τα λαμόγια, ούτε οι κλέφτες, ούτε τα κόμματα, ούτε και οι ψηφοφόροι. Και μήν αρχίσεις ξανά να ρωτάς πώς και τί να κάνουμε; Όταν καίγεται το σπίτι σου στην κυριολεξία τί κανείς ρε; Κάνε ότι κατεβάσει η κούτρα σου, κάνε όμως.
Άν νομίζεις ότι είναι αργά πλέον για την οποιαδήποτε προσπάθεια και ότι δέν αξίζει πλεόν, περίμενε λίγο καιρό να δείς τι επιφυλάσουν ακόμα οι πραγματικοί Ευγένιοι Σπαθάρηδες του καραγκιόζ μπερντέ της Παγκόσμιας Τάξης Πραγμάτων και μετά τα ξαναλέμε. Επαναλαμβάνω ούτε στο 50% έχουμε φτάσει ακόμα. Όταν θα αρχίσουν τα πολεμικά επεισόδια, οι καταρεύσεις νομισμάτων και οι χρεωκοπιάρες του θανατά, όχι στην Ελλάδα μόνο , αλλά στην Αμερική καταρχήν, στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, τότε η σημερινή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τώρα θα φαντάζει σαν παράδεισος και σαν χαμένος χρόνος, τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από αυτό.
Τώρα έχουμε ακόμα κάποιον χρόνο για να γίνουμε αυτάρκεις σαν υπάρξεις, σαν οικογενειάρχες, σαν πολίτες και σαν κράτος. Όποιος αυτονομηθεί και απαγκιστρωθεί έχει πιθανότητες επιβίωσης, όποιος παραμέινει εξαρτημένος με τον οποιονδήποτε τρόπο από το σύστημα αυτό τότε θα τα πούμε ξανά στην επόμενη ζωή. Το σχέδιο είναι από την μανα του έτσι σχεδιασμένο για να καταρρεύσει και να συμπαρασύρει όποιον είναι εξαρτημένο/ς από αυτό. Έτσι και δωθεί εξ Αμερικής το οκ για το τελικό στάδιο θα είναι πλέον πολύ αργά και τότε μόνο ο Θεός θα μπορεί να βάλει το χέρι του για να σωθεί ο οποιοσδήποτε είτε πιστεύεις είτε δέν πιστέυεις σε Αυτόν.
Αλοίμονο σε όλους μας έτσι και η χαθεί Ελλάδα, η μάνα μας. Έτσι και πεθάνει η Ελλάδα θα μείνει μπάσταρδη όλη η Οικουμένη και οι μοναδικοί και μπορούν να κάνουν κάτι γι’ αυτό παγκοσμίως, όσο περίεργο μπορεί να ακούγεται αυτή την στιγμή, είναι οι πολίτες της Ελλάδας. Αυτό δέν είναι ευχολόγιο, ούτε πατριωτισμός, είναι το «μαμίσιο» συμπερασμα που προκύπτει βάσει του σχεδίου της παγκόσμιας πλεκτάνης που έχει στηθεί. Κρατήστε τα λεγόμενα μου και επαναλμβάνω κανένας άλλος δεν μπορεί να το ανατρέψει το σχέδιο τους εκτός από την Ελλάδα και δυστυχώς ή ευτυχώς θα αποδειχθεί αυτό σε λίγο καιρό. Η Ελλάδα θυσιάζεται πρώτη, θα πέσει και άλλο θα απειληθεί, θα πεινάσει και μετά θα προσφέρει το παγκόσμιο παράδειγμα της ανάκαμψης.
Η μάνα μου παθαίνει…αλλά θα αναστηθεί ξανά από τις στάχτες της.

Βασίλης Παπαδόπουλος