Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Η πατρίδα του πνεύματος


Η πατρίδα του πνεύματος

Υπήρξε «απ’ αρχής χρόνου» άραγε ποτέ καμιά έκφανση αλήθειας;
Υπήρξε ποτέ καμιά έκφραση ελευθερίας;
Μήπως το ρεύμα του ιστορικού χρόνου ήταν πάντοτε σκοτεινό και ανθρωποφάγο σαν ένα είδος σκουληκότρυπας που καταπίνει τις όποιες συνειδήσεις;
Μήπως το «είναι» ως «πρόσωπο» δεν είναι παρά φαντασιοπληξία του νου, μία αιωνίως επιζητούμενη ουτοπία, μία χίμαιρα;

Μήπως τα πάντα είναι άχρωμα, άοσμα σαν μια ομοιόμορφη θάλασσα και η ιδέα ενός ελεύθερου όντος είναι μία ιδεοληπτική παράκρουση;
Μήπως η πραγματικότητα του κόσμου είναι όντως αυτή κάποιας χαοτικής αβύσσου όπου όλα είναι ίδια, απρόσωπα και η ανθρωπότητα πηγαινοέρχεται μόνιμα μέσα στους ωκεανούς του άχρονου και άτοπου πιστεύοντας παράλογα σε κάποιο είδος ιστορικού γίγνεσθαι;

Μήπως η μόνη οντολογική πραγματικότητα είναι αυτή του αδυσώπητου μηδενός και το μόνιμα πραγματικό είναι η απουσία και η λήθη και ο θάνατος;

Το πιο θεμελιώδες άρθρο της πίστης προτείνει πως αυτό δεν είναι μόνο αυτό που είσαι. Πως πέρα από την ιστορική συνείδηση, πέρα από την όποια αφήγηση, υπάρχει κι άλλο. Η συνειδησιακή αυτή επίγνωση δε βεβαιώνεται από τη συλλογιστική ικανότητα του ανθρώπου. Ο νους δεν θα είναι ποτέ ικανός να αποδείξει την ύπαρξη. Την μόνη βεβαιότητα του υπαρκτικού χώρου του υποκειμένου την δίνει η προσωπική σύναψη με τα πράγματα.
Αυτή η τροπικότητα είναι που γεννά τα περιεχόμενα της συνείδησης (και αργότερα του ιστορικού χρόνου): Την έννοια του κάλλους και άρα της αρμονίας και του μέτρου. Την ανάγκη για σκοπό. Το χρέος δηλαδή. Και την πίστη για το «άλλο». Το έτερο.

Τα περιεχόμενα βέβαια γεννούν ελπίδα και φόβο. Η συνείδηση ως υπαρκτική ετερότητα κολυμπά σε έναν ωκεανό του οποίου την ουσία την είπε άλλοτε από φόβο Άβυσσο και Χάος και άλλοτε με δέος βλέποντας, την είπε Στιγμή, ομολογώντας την τελειότητα και γεννώντας την ελπίδα που θα φέρει την ανάγκη κάποιου σκοπού. Κάποιου τέλους. Ω, μα πόσο ακατάληπτα μπορεί να είναι όλα.

Είναι σαν ένα μέρος του «όντος» να κολυμπά σε ωκεανό μα στην πραγματικότητα να στέκεται στην ακτή ή σε κάποιο νησί χωρίς να αφήνει το ρεύμα να το πάρει. Κι έτσι παρακολουθώντας τα γύρω, μα κατά βάθος τον εαυτό, να προσπαθεί πότε να αιχμαλωτίσει την τελειότητα της στιγμής στους αιώνες και πότε να αιχμαλωτιστεί το ίδιο σε ένα νοητικό σταυρό.

Μάταια άρα όλα τα ερωτήματα; Όχι, όχι, περίμενε. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι μιλάω προσωπικά. Πάντα μιλάμε προσωπικά.

Δε μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε βεβαιότητα για οτιδήποτε. Δε μπορεί να μιλήσει κανείς για το πριν και το μετά όταν ο χρόνος γεννιέται από την θεώρηση.
Πώς να μιλήσεις κανείς για την ομορφιά του παλιού, την ασχήμια του τωρινού και το φονικό ποιόν του ερχόμενου. Δε μπορεί.

Δεν υπάρχει λοιπόν αρχή. Δε υπάρχει πρώτη στιγμή ή κάποιος τόπος απ’ όπου να ξεκινά η ιστορία τούτη ή η όποια ιστορία. Κάθε ιστορία δεμένη με νήματα οδηγεί όλο και πιο πίσω σε άλλες ιστορίες που προηγήθηκαν. Και αυτές οδηγούν σε άλλες καθώς οι διασυνδέσεις χάνονται σε κάποιον ορίζοντα και οι αφηγήσεις γίνονται όλο και πιο μακρινές φτάνοντας ίσως σε κάποιο ουρανό.

Κι όσο τα νήματα της μνήμης μεταφέρονται από τόπο σε τόπο και από χρόνο σε χρόνο, άλλα από αυτά εξασθενούν ενώ άλλα εμφανίζονται. Κι έτσι οι αφηγήσεις καταγινόμενες με το αλλού και το άλλοτε, παραμορφωμένες από τον καθρέφτη της εποχής και του τόπου τους, παρουσιάζουν άλλες φορές το ιερό, βλάσφημο κι άλλες το τραγικό, γελοίο. Μεγάλοι παλαιοί έρωτες μετατρέπονται σε φαντασιοκοπήματα, θεοί σε ψεύτικα είδωλα, και δαίμονες σε ξεχασμένα παιχνίδια.

Δεν υπάρχει κάποια κοινή αφετηρία. Τίποτε δεν είναι ασάλευτο στο υφαντό της μνήμης. Είναι σαν πέρα δώθε μια σαΐτα να υφαίνει πάνω σε κενά σχέδια, πραγματικότητες και φαντασίες. Το μόνο κοινό γνώρισμα στις αφηγήσεις είναι ότι πρέπει να έχουν ένα τέλος.

Ζωντανεύουν σα σε όνειρο λοιπόν οι εντυπώσεις του πνεύματος και της ύλης ξανά και ξανά σε λέξεις που προσπαθούν να συνθέσουν από το τίποτε το παν. Από τη βαθιά λήθη την άρρητη αλήθεια και από το απόλυτο κενό τον τέλειο κόσμο.

Επανερχόμενες πάντα στην απορία του Σωκράτη για το αν γνωρίζουμε τελικά κάτι ή δε γνωρίζουμε τίποτε. Κι έτσι ψάχνοντας στα σκονισμένα αρχεία της μνήμης, το ερώτημα του τι «τέλος πάντων» γνωρίζουμε επαναφέρει την ορμητική διάθεση αυτού που το θέτει να βρεθεί στο κέντρο της αφήγησης και του τοπίου περιγραφής. Να δώσει ένα όνομα ή κάποιο νόημα στον τόπο, στον χρόνο και στον εαυτό.

Όμως όπως και στο πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι που ο πίνακας δεν είναι παρά μέρος της ψυχής του ζωγράφου, έτσι και η κάθε ιστορία δεν είναι παρά ένας λόγος της θέας του κόσμου προς αυτόν που την αφηγείται. Ένα προϊόν του νου, του οργάνου καταγραφής του αγνώστου ή λησμονημένου που δείχνει μόνον μέχρι που βλέπεις.

Λένε λοιπόν πως εκεί που αποκτούν κάποιο νόημα τα πράγματα έχει την δική του πατρίδα το πνεύμα.


«Δεν υπάρχει γλυκύτερο θέαμα για τα μάτια του ανθρώπου απ’ την πατρίδα του» φωνάζει ο Οδυσσέας. Αφού τα όρια όρασης του νου ορίζουν την πατρίδα του πνεύματος (γιατί και το πνεύμα έχει βάρος και τανάπαλιν), η όποια αφήγηση γίνεται αυτοαναφορική και η όποια εικόνα αυτοπροσωπογραφία. Ο ορίζοντας θέασης γίνεται κάτοπτρο αναπόλησης του ειδώλου του εαυτού. Η συνείδηση γίνεται η ιστορία. Ο άνθρωπος γίνεται η χώρα εποπτείας.

Ακόμη όμως και η πνευματική χώρα δεν είναι παρά συνονθύλευμα αφηγήσεων. Και η όποια αφήγηση συνονθύλευμα παραδόσεων. Ο όποιος πολιτισμός είναι προϊόν γειτονικών νοών. Μυαλών που κοινωνούν την ίδια αλήθεια. Που αρέσκονται να οικοδομούν με τον ίδιο τρόπο πνευματικά δημιουργήματα πάνω στα πρότυπα της μνήμης.

Δε μπορεί η πατρίδα του πνεύματος να έχει κάποια ιδεολογία. Δε μπορείς να την επιβάλλεις με κάποια αποδεικτική διαδικασία. Η πατρίδα δεν είναι ένα σύνολο αρχών. Είναι ένα σύνολο αφηγήσεων με κοινό τέλος. Είναι τρόπος να βλέπεις. Τρόπος να ζεις.

Κι αν ακόμη κάποιες από τις αφηγήσεις ξεχνιούνται ή άλλες παραμορφώνονται αυτό σημαίνει πως δεν ανήκαν στη πατρίδα του πνεύματος αλλά σε κάποια μόδα της εποχής. Γιατί ο κόσμος της πατρίδας αυτής πρέπει να είναι ο Κόσμος και η βλέψη του εαυτού να είναι αυτή πριν την πτώση στην άβυσσο.

Και ξέρεις κάτι;
Κάπου ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, κάπου ανάμεσα σ’ ένα παρελθόν μισοσβησμένο κι ένα μέλλον πέρα από τα όρια της αβύσσου ή ίσως μόνο μέσα στις γωνίες του δικού μου μυαλού, βρίσκονται εκείνες οι αξίες πάνω στις οποίες χτίζει τα νοήματα της κι η δικιά μου πατρίδα. Η πατρίδα ενός απλού άντρα.

Οι αξίες μου είναι η αλήθεια.


Και οι ερωτήσεις είναι οι μόνες απαντήσεις που χρειάζομαι για να γνωρίζω πως έζησα.
Γιατί ένα κι ένα μας κάνει δύο;
Που πηγαίνουν οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; 
Τί έφτιαξε την ομορφιά της σελήνης και τ’ ουρανού;
Τί την ομορφιά της θάλασσας;
Έφτιαξε αυτή η ομορφιά κι εσένα; Έφτιαξε κι εμένα;
Θα με κάνει όλο αυτό κάτι; Θα γίνω κάτι; Είμαι κάτι;

Η απάντηση βλέπεις πως ξεπετάγεται αστραπιαία. Είμαι κάτι. Είμαι κάτι. Πάντα ήμουν κάτι. Κι έχω ακόμη χρόνο να είμαι. Δεν έχω;
Ποιό είναι αυτό που όλοι θέλουν;
Ποιο είναι αυτό που κανένας δε είχε;
Τι είναι αυτό που ποτέ δεν είδες;
Τι είναι αυτό που ξεχάσαμε;
Έχω χρόνο ακόμη να αγαπήσω. Να βρω τους ρυθμούς, να στήσω τους χορούς. Να προσθέσω άλλη μία σκαλισμένη πέτρα στα θεμέλια του οίκου μου. Του σώματος μου. Να μεγαλώσω τον οίκο μου να τον φτάσω ως τις άκρες της πατρίδας. Να μεγαλώσω την πατρίδα. Να την φτάσω ως την άκρη του κόσμου. Να κάνω τον κόσμο Κόσμο. Τότε πιστεύω μόνο θα’ μαι λεύθερος. Λεύθερος και πολιορκημένος.


Πηγή:
Κίνηση Ιδεών

Πηγή: Η πατρίδα του πνεύματος - RAMNOUSIA