Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

“Οταν δεν σου μιλάει κανείς, πώς να μάθεις λέξεις;” Η συγκλονιστική μαρτυρία από το χωριό SOS, αφιερωμένη στους τραπεζίτες των CDS, του μνημονίου, των θαλασσοδανείων, της μπασταρδοκρατίας.


ΕΡΙΞΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ ΤΗΣ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗΣ. ΤΩΡΑ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΚΡΥΨΟΥΝ ΤΑ CDS, ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΟΔΑΝΕΙΑ, ΤΙΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΠΟΝΟΥΣ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΚΡΑΤΙΑ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΕΙ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΥΣ, ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΥΣ.

ΟΧΙ. Είναι οι ένοχοι. ΑΥΤΟΙ έφεραν τον Παπανδρέου στην εξουσία. Ποιός θα ξεχάσει τα περιβόητα δείπνα προεκλογικά; Τις συναντήσεις με τους τραπεζίτες πριν τις εκλογές;

Ή θα ξεχάσουμε τα θαλασσοδάνεια στα ΜΜ”Ε” ΓΙΑ ΝΑ ΥΜΝΟΥΝ ΤΟΝ ΗΓΕΜΟΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ;

Δεν ξεχνάμε, δεν συγχωρούμε. Κάθε Ελληνόπουλο είναι δικό μας παιδί. Και ο πέλεκυς της δικαιοσύνης θα πέσει βαρύς σε αυτούς και όσους επιχειρήσουν να τους διασώσουν με τα χρήματα του Ελληνικού λαού.

Χριστούγεννα 2011
Η μικρή ψυχούλα που ακούει στο όνομα Αννούλα ήταν ακόμα στον παιδικό σταθμό.
Είχε πάει απόγευμα και η μαμά της δεν είχε εμφανιστεί.
Οι νηπιαγωγοί δεν ήξεραν τι να κάνουν.
Ώσπου το κοριτσάκι έβγαλε κάτι απ’ την τσέπη του.
Ηταν ένα σημείωμα που έγραφε:
«Δεν θα γυρίσω να πάρω την Αννα.
Δεν έχω λεφτά, δεν μπορώ να τη μεγαλώσω.
Συγγνώμη. Η μαμά της».
Ο άνθρωπος που λέει την ιστορία την διηγείται σαν κάτι συνηθισμένο.
Ο Στ. Σιφνιός είναι υπεύθυνος της κοινωνικής υπηρεσίας στα Παιδικά Χωριά SOS.
«Οι νηπιαγωγοί κάλεσαν την Εισαγγελία», λέει. «Και ο εισαγγελέας έστειλε το παιδί σ’ εμάς».
Όλα αυτά δεν έγιναν σε κάποιο βιβλίο του Ντίκενς. 
Έγιναν σε μια συνοικία της Αθήνας.
Η μαμά της Αννας δεν είναι τρελή.
Είναι μια κοπέλα που έχασε τη δουλειά της και πανικοβλήθηκε.
Σαν την ιστορία της, υπάρχουν τουλάχιστον πεντακόσιες ακόμη ιστορίες.
Σήμερα στην Ελλάδα πεντακόσιοι γονείς είναι σε τέτοια οικονομική κατάσταση, που ζήτησαν στα Παιδικά Χωριά SOS να αφήσουν εκεί το παιδί τους.
«Μέχρι πριν από δύο χρόνια, το 95% των αιτημάτων είχε να κάνει με κακοποίηση.
Αποφάσιζε ο εισαγγελέας πως κινδυνεύει το παιδί», λέει στην «Καθημερινή» η κοινωνική λειτουργός των Χωριών SOS, Π. Βασταρούχα.
«Τώρα τα μισά αιτήματα είναι από γονείς σε απόλυτη φτώχεια. Οκτώ στις δέκα φορές είναι Ελληνες, τις πιο πολλές φορές μονογονεϊκές οικογένειες, συνήθως χωρίς άλλους συγγενείς».
Η κυρία Μαρίνα εδώ και 19 χρόνια είναι μητέρα στα Χωριά SOS.
Εκείνη ζει την ιστορία από την άλλη πλευρά.
«Το καινούργιο παιδάκι το φέρνει στο σπίτι μας η μαμά του», λέει.
«Του δείχνει το κρεβάτι του, του δείχνει το δωμάτιό του, του δείχνει εμένα.
Και μετά, «σ’ αγαπάω» λέει, και φεύγει.
Και το παιδάκι μένει στην πόρτα». Το ακούω στη φωνή της.
Η κυρία Μαρίνα κάνει προσπάθεια για να συνεχίσει. «Κανένα τους δεν φωνάζει», λέει.
«Στέκονται στην πόρτα και κοιτάζουν μέχρι να χαθεί η μαμά τους.
Αν είναι αδελφάκια, δύο ή πιο πολλά, εκείνο το βράδυ δεν μπορείς να τα χωρίσεις.
Τα βάζεις το καθένα στο κρεβάτι του και δέκα λεπτά μετά γίνονται ένα κουβάρι, μαζεύονται όλα μαζί ξανά, να αγγίζουν το ένα το άλλο».
Κανονικά, τα Χωριά SOS δεν δέχονται παιδιά που η οικογένειά τους είναι απλώς φτωχή.
Γι’ αυτές τις οικογένειες υπάρχει πρόγραμμα στήριξης στο σπίτι.
Αλλά η απόλυτη φτώχεια δεν πάει σχεδόν ποτέ μόνη της.
«Ηρθε ένα κοριτσάκι εδώ και νόμιζα πως έχει πρόβλημα.
Τριών χρόνων, δεν ήξερε ούτε 15 λέξεις», λέει η κοινωνική λειτουργός.
«Το είδαν οι γιατροί και είπαν πως η υγεία του είναι μια χαρά.
Ο μπαμπάς του στις λαϊκές, η μαμά του τυφλή, το είχαν εγκαταλείψει το παιδί.
Οταν δεν σου μιλάει κανείς, πώς να μάθεις λέξεις;».
Η φτώχεια οδηγεί στην παραμέληση, ακόμα και στην κακοποίηση.
Κάποιοι άνθρωποι, πριν φτάσει το παιδί τους εκεί, διαλέγουν την άλλη λύση.
Οσο ακραία κι αν φαίνεται σ’ εμάς.
«Εβγαινα απ’ το Χωριό να πάρω γάλα για τα δικά μου τα παιδιά», λέει η κυρία Μαρίνα.
«Στην κεντρική πύλη ήταν μια γυναίκα μ’ ένα κοριτσάκι.
Δεν ήξερε ότι εγώ είμαι μητέρα SOS, δεν με είδε καν.
Κρατούσε το παιδί της όρθια και του μιλούσε.
«Μη νομίζεις πως η μαμά δεν σ’ αγαπάει. Σε λατρεύει η μαμά, αλλά δεν έχει να σου δώσει φαγητό. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι εδώ θα σε αγαπάνε και θα σε δώσουν φαγάκι και ότι άλλο χρειάζεσαι…».
Νόμιζε πως θα μπει μέσα, θα βρει κάποιον να αφήσει το παιδάκι και θα φύγει».
Η κυρία Μαρίνα κρατάει με το χέρι της το μέτωπό της.
Οσα χρόνια κι αν είσαι εδώ, μερικά πράγματα δεν τα συνηθίζεις ποτέ.
«Το κρατούσε απ’ το χέρι», λέει. «Κι αυτό δεν μιλούσε. Μόνο είχε σηκώσει το κεφαλάκι του και την κοίταζε. Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Εφυγα. Είχα να πάρω γάλα στα δικά μου τα παιδιά».
http://olympia.gr/2012/02/03/greek-banks-4/#more-123640